Εὐχόμεθα δὲν θὰ προσευχηθῶμεν μόνον εἰς τὰς ἐκκλησίας. Ὀκτὼ ἑκατομμύρια ἑλληνικῶν ψυχῶν θὰ κάμψουν τὸ γόνυ των πρὸ τῆς Παρθένου· διὰ νὰ ἀναπέμψουν «εὐχαριστήρια», νὰ ἐκφράσουν τὴν ἀκλόνητον πίστιν των εἰς τὸ θαῦμα — τὸ θαῦμα ὅπου ἔγινε καὶ εἶδαν πολλοὶ μὲ τὰ μάτια των, ἴσως ἐκεῖ εἰς τὰ βουνὰ τῆς Ἀλβανίας — τὸ θαῦμα ποὺ συνεχῶς γίνεται!… Καὶ ἡ προσευχὴ μας δὲν θὰ εἶνε ἡ ἐκδήλωσις τῆς θρησκευτικῆς εὐλαβείας μας. Θὰ ἐκφράσωμεν τοὺς μεγάλους πόνους μας, ἀλλὰ καὶ τὰς μεγάλας προσδοκίας μας. Καὶ μετὰ συντριβῆς καρδίας θὰ παρακαλέσωμεν:
Μὴ ἐγκαταλείψῃς ἡμᾶς τοὺς ἐλπίζοντας ἐπὶ Σέ!…
Θὰ ἀναπολήσωμεν! Σὰν ἀστραπὴ θὰ περάσουν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας ἀπὸ τὸ Μέτωπον καὶ θὰ συλλάβουν τὸ θεῖον Ὅραμα ποὺ ὁδηγεῖ μὲ ἀσφάλειαν τὰ βήματα τῶν ἀνδρείων μας εἰς τὴν Νίκην. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, εἰς τὴν Τῆνον ἡ ἰδία ἀκριβῶς ἀκτὶς Θείου Φωτὸς θὰ μᾶς δείξῃ τὰ συντρίμματα τοῦ ἀνάνδρως τορπιλλισθέντος σκάφους.
Ἀλλὰ εἶνε τὰ συντρίμματα τῆς «Ἕλλης» αὐτὰ ποὺ βλέπομεν; Ὄχι. Κάνομεν λάθος! Εἶνε τὰ συντρίμματα μιᾶς Μεγάλης Αὐτοκρατορίας — τῆς ἰταλικῆς.
Καὶ εἶνε πάλιν ἡ Χάρις Της καὶ ἡ Εὐλογία Της… Ἡ Ὑπέρμαχος σκέπει καὶ εὐλογεῖ τὸν δίκαιον ἀγῶνα μας καὶ μᾶς ἐξασφαλίζει τὴν τελικὴν νίκην — τὸν θρίαμβον.
Τῇ Ὑπερμάχῳ…
ἐφ. «Ἡ Βραδυνή», 7-3-1941.








